Βία ανηλίκων: Ένα ακόμα σύμπτωμα της σύγχρονης δυστοπίας

Τα τελευταία χρόνια ακούμε και διαβάζουμε για ολοένα και περισσότερα περιστατικά ωμής και άγριας βίας μεταξύ ανηλίκων στη χώρα μας. Κάποτε η βία και η παραβατικότητα αυτής της ηλικιακής ομάδας συνδέονταν κυρίως με παιδιά που προέρχονταν από περιβάλλοντα όπου επικρατούσε κακοποίηση ή ακραία παραμέληση. Όμως κάτι φαίνεται να έχει αλλάξει, καθώς η βία μετατρέπεται σταδιακά σε καθεστώς όλο και πιο κανονικοποιημένο και συνηθισμένο που αφορά εφήβους προερχόμενους από οικογένειες της διπλανής πόρτας.

Η άνοδος της βίας σε κάθε κοινωνία αποτελεί ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, συνδυασμό κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών παραγόντων. Καθώς λοιπόν στο σήμερα δεν μιλάμε πια για σποραδικά και μεμονωμένα περιστατικά βίας, αποτελεί υπεραπλούστευση το να αναγάγουμε μία συλλογική παθογένεια σε ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών, όπως χαμηλές σχολικές επιδόσεις, αντικοινωνικές τάσεις, συναισθηματικές δυσκολίες και άλλες διαγνώσεις ψυχικής υγείας.

Αναφέρεται συχνά πως η περίοδος μετά την πανδημία ήταν το κομβικό σημείο που άρχισαν να πληθαίνουν τα σχετικά περιστατικά. Ωστόσο, η χρονική στιγμή της ανάδειξης του φαινομένου δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία, αλλά ενδέχεται να έδωσε τη διέξοδο σε μία κατάσταση με μακρά επώαση ώστε να αναδυθεί με ορμή. Τι λοιπόν έχει αλλάξει και η βία μεταξύ ανηλίκων διαπερνά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία;

Σίγουρα το οικογενειακό υπόβαθρο παίζει καθοριστικό ρόλο ως πρωταρχικό πλαίσιο κοινωνικοποίησης. Και το πλαίσιο αυτό στο σήμερα έχει απολέσει την ευθύνη της διαπαιδαγώγησης των παιδιών, μεταθέτοντάς τη στις οθόνες. Καθημερινά συναντάμε αρκετά οικογενειακά σχήματα με γονείς της νοοτροπίας “laissez-faire, laissez-passer” που αμελούν να διδάξουν όρια και να μεταλαμπαδεύσουν αξίες στα παιδιά τους, αφήνοντάς τα να ανακαλύψουν μόνα τους το δρόμο τους. Κάτι τέτοιο κατάλαβαν ότι πρέπει να κάνουν συμβουλευόμενοι «ειδικούς» και διαβάζοντας σχετικά εγχειρίδια επειδή, εξάλλου, είναι επαρκώς «πεπαιδευμένοι». Οι γονείς αυτοί συμπεριφέρονται “as if” και καταφέρονται κατά παντός υπευθύνου που μπορεί να αποπειραθεί να οριοθετήσει, να συμβουλεύσει ή να διορθώσει τα παιδιά τους ειδικά όταν αυτός ο κάποιος τυγχάνει να βρίσκεται στο σχολικό πλαίσιο.

Το τελευταίο αποτελούσε και εκείνο κάποτε έναν εξίσου σημαντικό φορέα μάθησης, διαπαιδαγώγησης και κοινωνικοποίησης, ο οποίος φαίνεται να έχει χάσει κάθε ίχνος κύρους, σεβασμού και εκτίμησης από γονείς και μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί, αποκαρδιωμένοι, με προθυμία κάθονται στη γωνία που τους στριμώχνουν γονείς και μαθητές, καθώς μη έχοντας νομική προστασία και προκειμένου να αποφύγουν μπλεξίματα και μηνύσεις, αναλαμβάνουν το ρόλο παρκαδόρου με στόχο τη μη πρόκληση βλάβης στους μαθητές από τους μαθητές και βέβαια, τη μελλοντική αποφυγή της μετακύλισης της ευθύνης στους ίδιους. Όσον αφορά την πρόκληση ωφέλειας στους μαθητές, δυστυχώς δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη. Ναρκοπέδιο.

Φυσικά, τόσο η οικογένεια όσο και το σχολείο, δεν υπάρχουν εν κενώ, αλλά αποτελούν επιμέρους ζωντανά συστήματα μίας κοινωνίας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ατομικισμός, νεοφιλελευθερισμός, απουσία συλλογικότητας, αποξένωση, θεοποίηση της εικόνας και της ύλης, αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Και ταυτόχρονα, καθολική αποδόμηση αξιών, πολιτική ορθότητα, αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης, σχετικοποίηση λέξεων και εννοιών, με αποτέλεσμα ολοκληρωτική αδυναμία επικοινωνίας σε σχέση με αναντίρρητες αλήθειες του πάλαι ποτέ. Ανασφάλεια, αναλγησία και έλλειψη ενσυναίσθησης σε τοπικό και διεθνές επίπεδο: πανδημίες, πόλεμοι, λιμοί, φυσικές καταστροφές. Είμαστε δηλαδή σε λειτουργία επιβίωσης… Και κάπου στο βάθος το «σανό», μία ψευδαίσθηση προόδου με τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις απίστευτες δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης που απλοποιεί τη ζωή μας και το νέο iPhone που κυκλοφορεί και όλοι οι αρχοντοχωριάτες το έχουμε ανάγκη «γιατί μας αξίζει»…

Οι νέοι του σήμερα, αφενός, έχουν σχεδόν απευαισθητοποιηθεί σε εικόνες και ειδήσεις σκληρής παγκόσμιας βίας στις οποίες εκτίθενται από πολύ νωρίς και με μεγάλη συχνότητα, λόγω της ιδιαίτερης διάχυσης που αυτές λαμβάνουν στα μέσα. Και αφετέρου, ζώντας σε μια κουλτούρα δηθενιάς και αναζήτησης προβολής, με ταυτόχρονο έλλειμμα νοήματος και αξιών, οι βίαιες συμπεριφορές λειτουργούν για τους εφήβους και ως μέσο αναζήτησης δυνατών συγκινήσεων, καταπολέμησης του εσωτερικού κενού και της μοναξιάς, διεκδίκησης της κυριαρχίας, ψευδαίσθησης ελέγχου στο χάος της καθημερινότητας, απόκτησης ακολούθων και επικράτησης στο μικρόκοσμο των συνομηλίκων τους, all-in-one.

Στη σύγχρονη Βαβέλ, τι άραγε σημαίνει ελευθερία, όρια, εμπιστοσύνη, ασφάλεια, αγάπη, ενσυναίσθηση, ειρήνη; Κάποιες κούφιες έννοιες που λέγονται συχνά χωρίς ουσιαστική νοηματοδότηση. Οι γονείς αγαπούν τα παιδιά, άρα δεν τα μαλώνουν ούτε τα οριοθετούν και δεν τα φέρνουν σε επαφή με τα δυσάρεστα συναισθήματα και γεγονότα, μεγαλώνοντας τα in vitro. Οι καθηγητές ενδιαφέρονται πραγματικά για τα προβλήματα των μαθητών, αλλά δεν προλαβαίνουν να ασχοληθούν ουσιαστικά με αυτά γιατί πρέπει να βγάλουν τη διδακτέα ύλη και να πάνε στη δεύτερη δουλειά τους, καθώς ο μισθός τους δεν επαρκεί. Οι ψυχολόγοι θέλουν να βοηθήσουν, αλλά συνήθως είναι σε πέντε σχολεία την εβδομάδα και ελάχιστοι κατανοούν, αφενός, ότι υπάρχουν (!) και αφετέρου, ότι δεν πρόκειται για πυροσβέστες ούτε για παστίλιες για τον πόνο του άλλου. Το κράτος νοιάζεται κι αυτό για την υγεία και την ευημερία των πολιτών, αλλά την κατακερματίζει και δεν γνωρίζει πώς λειτουργούν οι ίδιες του οι υπηρεσίες, ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα τους στην καθημερινότητα και πώς τυχόν μπορούν να λυθούν.

Κάποτε λοιπόν σε μία μακρινή εποχή, σε κάποιες μικρότερες και περισσότερο συνεκτικές κοινωνίες, οι βίαιες συμπεριφορές καταδικάζονταν από τα μέλη της κοινότητας και οι δράστες εξοστρακίζονταν από την ομάδα. Στη νέα εποχή που διανύουμε δεν φαίνεται να υπάρχει ομάδα, παρά μόνο πόλωση και διχασμός. Δεν υπάρχει επιθυμία του ανήκειν, καθώς κυριαρχεί αποξένωση. Δεν υπάρχει υποστηρικτικό δίκτυο παρά μόνο ανταγωνισμός για ατομική επικράτηση και δεν υπάρχει συλλογικό καλό παρά μόνο ατομική ευημερία που διασφαλίζεται από την αυτοφροντίδα και την αυτοβελτίωση του καθενός μεμονωμένα. Και δεν υπάρχει λογοδοσία,  καθώς ο καθένας έχει το δικαίωμα να πράττει όπως θέλει και φέρει μόνο την ατομική του ευθύνη, συχνά ούτε καν αυτή. Και βέβαια δεν υπάρχει νόημα στο να απομονώσουμε τους δράστες αφού είναι ήδη απομονωνόμενοι, ο καθείς στο δικό του μικρόκοσμο. Αλλά και αν η περιθωριοποίηση των δραστών «ήτο μία κάποια λύσις», ωχριά απέναντι στη δόξα και τα χρήματα που μπορεί να βγάλει κανείς ανεβάζοντας τα «κατορθώματα» του στο TikTok, σωστά;

Πλέον οι αντικοινωνικές τάσεις, στην καλύτερη περίπτωση, αντιμετωπίζονται με παθητικότητα και αφασία ή, στη χειρότερη, οδηγούν σε χειροκρότημα και αποθέωση των πρωταγωνιστών (δραστών). Και η απουσία έγκαιρης και κατάλληλης οριοθέτησης, σε συνδυασμό με μία παροχή γνώσεων χωρίς διάπλαση ήθους και χαρακτήρα, όχι μόνο καταλήγουν στην άκριτη υιοθέτηση βίαιων συμπεριφορών, αλλά και σε αδυναμία αληθινής κατανόησης του γιατί τέτοιες πράξεις δεν είναι η λύση, με επακόλουθη την απουσία ουσιαστικής μεταμέλειας. Οι έφηβοι σήμερα νομίζουν ότι υπερτερούν και τα ξέρουν όλα. Έτσι τους είπε η οικογένεια τους επειδή χειρίζονται με άνεση το κινητό ήδη από τη βρεφική τους ηλικία, αγνοώντας προφανώς ότι αυτή η δεξιότητα δεν είναι κατ’ ανάγκη δείγμα ευφυΐας, αλλά κυρίως αποτέλεσμα πρώιμης εξοικείωσης και προσαρμογής σε ένα τεχνολογικά διαμεσολαβημένο περιβάλλον. Και η έπαρση, η αυτοαναφορικότητα και ο ναρκισσισμός φουντώνουν μέσα στην τεχνητή γυάλα…

Ποιος λοιπόν θα τολμήσει να κουνήσει το δάχτυλο στους ανηλίκους ομήρους της σύγχρονης δυστοπίας για παραβατικές και βίαιες συμπεριφορές;

—

«Δύναμη είναι να επιβάλλεις πόνο και ταπείνωση.

Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσεις πάλι δίνοντας του το σχήμα που θέλεις εσύ. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι κόσμο δημιουργούμε;

Είναι ακριβώς το αντίθετο από τις ανόητες ηδονιστικές ουτοπίες που είχαν οραματιστεί οι παλιοί μεταρρυθμιστές.

Είναι ένας κόσμος φόβου και προδοσίας και βασανιστηρίων. Ένας κόσμος καταπιεστών και καταπιεζομένων, ένας κόσμος που όσο τελειοποιείται θα γίνεται όλο και πιο ανελέητος». *

* Απόσπασμα από το κλασικό έργο του Τζορτζ Όργουελ «1984»