Skip to content Skip to sidebar Skip to footer

Μείνε δίπλα μου, αλλά όχι πραγματικά κοντά: Ανάγκη για σύνδεση, μοναξιά και τα παράδοξα των ερωτικών σχέσεων

Υπάρχει μια μορφή μοναξιάς που δεν οφείλεται στην απουσία ανθρώπων. Μπορεί να υπάρχει σύντροφος, οικογένεια, φίλοι, άνθρωποι που ενδιαφέρονται και είναι διαθέσιμοι, και παρ’ όλα αυτά να κυριαρχεί μια επίμονη αίσθηση ότι κανείς δεν βρίσκεται πραγματικά κοντά, δεν είναι αρκετά διαθέσιμος, υποστηρικτικός, σημαντικός.

Κάποιες φορές η μοναξιά αυτή οδηγεί σε μια έντονη αναζήτηση σχέσης. Στην προσδοκία να βρεθεί αυτός ο «ένας» που θα μπορέσει επιτέλους να προσφέρει ασφάλεια, αποδοχή και εγγύτητα. Και όμως, όταν ο άνθρωπος αυτός επιτέλους βρίσκεται και η σχέση αποκτά αξία, εμφανίζονται νέες δυσκολίες.

Ο άλλος δεν μας καταλαβαίνει. Δεν είναι πάντα διαθέσιμος. Έχει δικές του ανάγκες. Θέλει πράγματα που εμείς δεν θέλουμε. Διαφωνεί. Απογοητεύει. Και, κυρίως, δεν προσφέρει εκείνη την απόλυτη βεβαιότητα που ίσως περιμέναμε από τη σχέση. Τότε εμφανίζονται θυμός, θλίψη, ελεγκτικότητα, απαιτήσεις για επιβεβαίωση, αποστασιοποίηση ή υποτίμηση. Και τελικά, η σχέση αποδυναμώνεται και εκείνος ο άνθρωπος που τόσο πολύ ήθελε κάποιον δίπλα του βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με τη μοναξιά.

Το παράδοξο είναι ότι δεν ήθελε να μείνει μόνος. Ήθελε κάποιον δίπλα του χωρίς πραγματικά να έρθει κοντά του.

Η ανάγκη για σύνδεση δεν είναι το πρόβλημα

Η ανάγκη για το άλλο άτομο δεν αποτελεί αδυναμία. Είναι βασικό θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης. Χρειαζόμαστε να μας γνωρίζουν, να μας νοιάζονται, να μπορούμε να στηριχθούμε κάπου όταν δυσκολευόμαστε. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο σημαντικός άλλος καλείται να αναλάβει λειτουργίες που υπερβαίνουν τις δυνατότητες μιας αμοιβαίας σχέσης.

Να επιβεβαιώνει διαρκώς πόσο σημαντικοί είμαστε. Να μας καθησυχάζει όταν αμφιβάλλουμε. Να καταλαβαίνει τι χρειαζόμαστε χωρίς να το εκφράσουμε. Να γνωρίζει πώς να μας κάνει να αισθανθούμε ασφαλείς. Σε μια τέτοια σχέση, ο άλλος δεν είναι μόνο σύντροφος. Γίνεται καθρέφτης, προστάτης, ρυθμιστής των συναισθημάτων μας ή ένα γονεϊκό υποκατάστατο.

Οι παραπάνω ανάγκες φυσικά είναι απόλυτα κατανοητές, ιδιαίτερα όταν έχει προηγηθεί εμπειρία αστάθειας, απόρριψης, συναισθηματικής παραμέλησης ή σχέσεων στις οποίες η ασφάλεια δεν ήταν δεδομένη. Παρ’ όλα αυτά, κάτι σημαντικό χάνεται όταν ο σύντροφος πρέπει συνεχώς να μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Χάνεται η δυνατότητα να είναι και ο ίδιος άνθρωπος. Με δικές του επιθυμίες, όρια, αδυναμίες και αντιφάσεις.

«Θέλω να με καταλαβαίνεις» VS «Θέλω να είσαι εγώ»

Υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να με καταλαβαίνει ο άλλος» και στο «έχω ανάγκη να ταυτίζεται μαζί μου». Η αληθινή εγγύτητα δεν προϋποθέτει ότι δύο άνθρωποι αισθάνονται, σκέφτονται και επιθυμούν τα ίδια πράγματα. Και η σχέση δοκιμάζεται ακριβώς όταν αυτό δεν συμβαίνει. Όταν ο σύντροφος δεν ενθουσιάζεται με κάτι που για εμάς είναι σημαντικό. Όταν μας βλέπει όχι όπως θα θέλαμε να μας βλέπει, αλλά όπως φαινόμαστε στα δικά του μάτια.

Για κάποιον που έχει μεγάλη ανάγκη να αισθάνεται ότι ο άλλος είναι «ένα» με τον ίδιο, τυχόν διαφοροποίηση του συντρόφου μπορεί να βιωθεί πολύ πιο επώδυνα από μια απλή διαφωνία. Η αυτόματη μετάφραση που προκύπτει είναι συνήθως: «Δεν με καταλαβαίνει. Δεν έχουμε τίποτα κοινό. Άρα, δεν είναι κατάλληλος για εμένα».

Και κάπως έτσι η διαφορετικότητα, η οποία αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι κάθε σχέσης, μετατρέπεται σε αδιάσειστο στοιχείο ότι η σχέση δεν είναι αρκετά καλή. Ίσως όμως η ουσιαστική συντροφικότητα εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η ταύτιση και μπορούμε να πούμε: «Δεν είσαι σαν εμένα. Δεν σκέφτεσαι όπως εγώ. Δεν μπορώ να σε ελέγξω. Και παρ’ όλα αυτά σε νιώθω κοντά μου».

Χημεία, η περιβόητη

«Δεν υπήρχε χημεία» είναι μια από τις πιο συνηθισμένες εξηγήσεις όταν μια γνωριμία δεν προχωρά. Και ασφαλώς υπάρχουν άνθρωποι που απλώς δεν μας ελκύουν. Δεν ταιριάζουμε με όλους και δεν είναι ανάγκη να υπάρχει κάποια βαθύτερη ψυχολογική εξήγηση για κάθε απουσία έλξης. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε τι ακριβώς περιμένουμε από τη «χημεία» όταν η ίδια εξήγηση τείνει να επαναλαμβάνεται.

Για κάποιους ανθρώπους, η ερωτική έλξη έχει συνδεθεί τόσο στενά με την ένταση, την αβεβαιότητα και την προσπάθεια να κερδίσουν το άλλο άτομο, ώστε μια πιο ήρεμη αρχή να μοιάζει με απουσία ενδιαφέροντος. Δεν υπάρχει αγωνία για το αν ο άλλος θα απαντήσει, ούτε η ανάγκη να αποκωδικοποιηθεί κάθε μήνυμα και κάθε αλλαγή στη συμπεριφορά του. Και συνεπώς, μπορεί να μην υπάρχει ούτε αυτό που έχουμε μάθει να αποκαλούμε «χημεία». Υπάρχει απλώς ένας διαθέσιμος άνθρωπος. Και η ηρεμία, όταν αναγνωρίζουμε την ένταση ως πάθος, μπορεί να είναι παράδοξα δύσκολο να αναγνωριστεί ως έλξη.

Υπάρχει και κάτι ακόμη. Μερικές φορές δεν μας ελκύει αυτό που μας κάνει καλό, αλλά αυτό που μας είναι οικείο. Η αβεβαιότητα, η συναισθηματική απόσταση ή η ανάγκη να διεκδικήσουμε την προσοχή του άλλου μπορεί να προκαλούν πολύ ισχυρότερα συναισθήματα από μια σταθερή και ξεκάθαρη παρουσία. Αυτό δεν κάνει την έλξη ψευδή. Σημαίνει όμως ότι το συναίσθημα της έλξης δεν αποτελεί απαραίτητα έναν ουδέτερο ανιχνευτή του κατά πόσο ένας άνθρωπος είναι κατάλληλος για εμάς.

Όταν ο σύντροφος απογοητεύει και το χάσμα βαθαίνει

Και εμφανίζεται ακόμη ένα παράδοξο: η «χημεία» μπορεί να εξαφανιστεί ακριβώς τη στιγμή που ο άλλος αρχίζει να γίνεται πραγματικός. Στην αρχή μιας γνωριμίας γνωρίζουμε ελάχιστα. Τα κενά συμπληρώνονται εύκολα από προσδοκίες, φαντασιώσεις και ελπίδες. Ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση μπορεί να σκεφτούμε ότι «τελικά δεν υπήρχε χημεία», αλλά συχνά αυτό που χάθηκε δεν ήταν η «χημεία», αλλά η φαντασίωση. Και η πραγματική σχέση μπορεί να άρχισε ακριβώς εκεί όπου διαλύθηκε η φαντασίωση.

Εκεί που εμφανίστηκε ένας αληθινός άνθρωπος με ανάγκες, όρια, αδυναμίες, διαφορετικές απόψεις και πλευρές που δεν είχαμε προβλέψει. Η μεταβολή αυτή μπορεί να είναι απότομη. Αυτός που φάνταζε κάποτε ιδανικός γίνεται τώρα εγωιστής, αδιάφορος, ανεπαρκής ή ανάξιος για σχέση. Η υποτίμηση του άλλου δεν είναι πάντοτε πικρία και έλλειψη εκτίμησης, αλλά πολύ συχνά μία στρατηγική μέθοδος προστασίας από ένα πολύ πιο επώδυνο συναίσθημα.

Γιατί είναι διαφορετικό να σκέφτομαι: «Δεν σε έχω ανάγκη. Είσαι ανεπαρκής». Και διαφορετικό να αναγνωρίζω: «Σε χρειάζομαι, είσαι σημαντικός για εμένα και τώρα με απογοήτευσες». Το πρώτο προστατεύει από τον πόνο της ανάγκης, όμως ταυτόχρονα απομακρύνει. Κι έτσι, εκείνος ο άνθρωπος που αναφέραμε στην αρχή και φοβόταν ότι θα μείνει μόνος, τελικά καταλήγει να επιβεβαιώνεται σε ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Ο φαύλος κύκλος είναι απλός στη δομή, αλλά δύσκολος στη διακοπή του: φόβος → προστασία μέσω ελέγχου, επιβεβαίωσης, απόστασης ή υποτίμησης → προσωρινή ανακούφιση → συνέπειες στη σχέση → μεγαλύτερη απόσταση → μοναξιά → επιβεβαίωση του αρχικού φόβου.

Αυτό είναι ένα βασικό πεδίο στο οποίο η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο εξαλείφοντας μια μη λειτουργική συμπεριφορά εντός της σχέσης, αλλά κυρίως κατανοώντας τι τελικά προστατεύει αυτή η συμπεριφορά.

Από την ανάγκη για τέλεια σύνδεση στις δυνατότητες της πραγματικής σχέσης

Η ουσιαστική εγγύτητα δεν αρχίζει όταν πάψουμε να φοβόμαστε ότι θα πληγωθούμε. Αρχίζει όταν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι φοβόμαστε και, παρ’ όλα αυτά, μένουμε στη σχέση. Όταν διατηρούμε μια συνεκτική εικόνα του σημαντικού άλλου ως το άτομο εκείνο που «με απογοήτευσε, αλλά εξακολουθώ να το αγαπώ», που «έχει αδυναμίες και συνεχίζει να αξίζει για εμένα», που «δεν μου έδωσε αυτό που ήθελα και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν με αγαπά». Η σχέση γίνεται τότε λιγότερο «όλα ή τίποτα». Και αυτή η μετάβαση, όσο απλή κι αν ακούγεται, μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντική.

Δεν χρειάζεται να μάθουμε να μην έχουμε ανάγκη κανέναν. Χρειάζεται να μάθουμε να επιθυμούμε έναν άνθρωπο κοντά μας χωρίς να του αναθέτουμε την ευθύνη για την εσωτερική μας ασφάλεια. Να ζητάμε χωρίς να απαιτούμε. Να θυμώνουμε χωρίς να ακυρώνουμε. Να διαφωνούμε χωρίς να θεωρούμε ότι η σχέση απειλείται. Να μπορούμε να πούμε «πληγώθηκα» χωρίς να χρειάζεται να βγάλουμε τον άλλον κακό. Να αναγνωρίζουμε τη δική μας ανάγκη χωρίς ντροπή και να αφήνουμε χώρο και για την ανάγκη του άλλου. Να δίνουμε τον απαραίτητο χρόνο ώστε η έλξη να συναντήσει τη γνώση, η προσδοκία την πραγματικότητα και η ανάγκη την αμοιβαιότητα.

Η σχέση δεν προστατεύει από την ευαλωτότητα

Κυρίως, να ανεχθούμε ότι η πραγματική σχέση δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα. Ο άλλος παραμένει ελεύθερος να διαφωνήσει, να αλλάξει, να μας απογοητεύσει, να χρειαστεί απόσταση, ακόμη και να φύγει. Καμία σχέση δεν προσφέρει εγγύηση ότι δεν θα πληγωθούμε. Αν και δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί, μπορούμε να προσπαθήσουμε ώστε η ανάγκη μας να το αποτρέψουμε να μην καταστρέφει εκ των προτέρων την ίδια τη δυνατότητα της σχέσης. Ίσως, λοιπόν, η ώριμη εγγύτητα αρχίζει όταν μπορούμε να είμαστε κοντά σε κάποιον, ενώ γνωρίζουμε ότι υπάρχει όντως κάτι σοβαρό που διακυβεύεται.

Και τελικά το ζητούμενο δεν είναι να βρεθεί ο «ένας» που θα είναι πάντα διαθέσιμος, θα μας καταλαβαίνει χωρίς λόγια και θα μας κάνει να αισθανόμαστε ασφαλείς κάθε στιγμή. Αυτός ο άνθρωπος υπάρχει κυρίως στη φαντασία. Το ζητούμενο είναι ένας πραγματικός άνθρωπος. Κάποιος διαφορετικός από εμάς, που θα μας στενοχωρήσει κάποιες φορές, θα έχει δικές του ανάγκες και δεν θα μπορεί να μας προστατεύσει από κάθε φόβο. Και εμείς να μπορούμε, παρ’ όλα αυτά, να παραμένουμε στη σχέση χωρίς να χρειάζεται ούτε να τον κάνουμε ίδιο μαζί μας ούτε να τον απομακρύνουμε.